Δεν γίνεται αλλιώς

Δεν νομίζω οτί γίνεται. Τουλάχιστον όχι με το βαμβάκι. Κανένας τους δεν θέλει ν’ αλλάξει τίποτα. Δεν θα προσαρμοστούν, δεν θα μετασχηματίσουν ούτε τον πολιτικό κόσμο ούτε το ήθος του. Όχι γιατι αναγκαστικά δεν μπορούν, δεν θέλουν. Απλά δεν συμβαδίζει με το προσωπικό τους συμφέρον. Η έννοια του δημοσίου συμφέροντος κατέντησε δυσνόητο πράγμα, και στην χώρα που βασιλεύει το προσωπικό συμφέρον του καθενός μας, δεν υπάρχει και πολύς χώρος για το πρώτο.

Δεν ξέρω τί είναι πιο χυδαίο: να παραδέχεσαι 18 μήνες μετά ότι δεν διάβασες το μνημόνιο που ψήφισες ή να το λες γιατί έτσι -αφελώς- νομίζεις πως θα τύχεις της εύνοιας του εσωκομματικού σου ακροατηρίου. Φοβάμαι το δεύτερο. Στο πρώτο εκμεταλεύεσαι, στο δεύτερο υποτιμάς και την νοημοσύνη του κόσμου. Πάλι. Λίγη σημασία έχει όμως. Τώρα.

Σε μία χώρα που ήθος του πολιτικού λόγου συρρικνώνεται στην προσπάθεια για ηθικοφανή εικόνα του πολιτικού υποκειμένου, σε μία χώρα που το δημόσιο συμφέρον κατέντησε προέκταση του ιδιωτικού και σε μια χώρα που μάθαμε να περιμένουμε κάποιον άλλον για να έρθει και να διεκπαιρεώσει την ζωή μας για λογαριασμό μας, δεν είναι πολλά που έχουν απομείνει εκτός από …εμάς. Όλους μας. Ότι κι αν τελικά γίνει.

Εμείς πρέπει να είμαστε αυτοί που θα σηκώσουμε το χέρι μας για να δείξουμε τόσο την κατεύθυνση όσο και το όριο. Όλοι μας. Η εποχή των μπακλονιών πέρασε ανεπιστρεπτί και το πρόσημο που μας άφησε δεν είναι θετικό. Είναι πολύ ωραιοπαθές πλάσμα ο άνθρωπος για να λειτουργήσει αποτελεσματικά ένα προσωποκεντρικό πολιτικό σύστημα. Μπαίνει στον πειρασμό να το κάνει ιδιοκτησία του.

Πλέον πρέπει να ζητήσουμε θεσμούς. Θεσμούς και δομές που όλοι μας θα προστατεύουμε για να είναι εκεί για το δημόσιο συμφέρον. Μόνο.

Θεσμούς και δομές που θα κόβουν τα καρπούζια στην μέση για όλους μας. Και τα κουκούτσια. Όχι αύριο, τώρα. Ήδη αργήσαμε.

Δημοσιεύτηκε στο VetoNews.gr στις 27.1.2012

“Οι παλιοί μας φίλοι”

Θέλω να κάνω ένα βήμα πίσω. Όχι σαν οπισθοχώρηση, μα να “τραβηχτώ” λίγο απ’ όλο αυτό μήπως και μπορέσω να δω την εικόνα ολόκληρη. Προσπαθώ να καταλάβω την λογική των επιλογών μας, τις προτεραιότητες που σαν Ευρώπη και σαν χώρα βάζουμε και τελικά προσδιοριζόμαστε ως προς αυτές.

Φοβάμαι πως διαλέγουμε ανάποδα. Χαράσουμε μια γραμμή, μια αυστηρή και σκληρή γραμμή σαν βάση, όχι για να στηρίξουμε την πραγματική μας οικονομία αλλά την χρηματοπιστωτική οικονομία.

Όχι πως η χρηματοπιστωτική οικονομία είναι κάτι εξ’ ορισμού κακό, αλλά δεν μπορεί να είναι η βάση μιας οικονομίας. Οι χρηματοπιστωτικές δομές, οι τράπεζες, οφείλουν να είναι εργαλείο της πραγματικής οικονομίας, ένας μοχλός που θα επιτρέπει την παραγωγή περισσότερων, ποιοτικότερων και προσιτότερων αγαθών και υπηρεσιών. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Μικροί ηγέτες για μεγάλες αποφάσεις σε Ελλάδα και Ευρώπη σήμερα; Μπορεί. Εμμένοντας όμως στην στρεβλή αντίληψη για το τί τελικά είναι εργαλείο και τί σκοπός στην άσκηση οικονομικής πολιτικής, πληγώνονται μεγάλες μάζες, κοινωνίες που φοβάμαι πως από την πίεση που τους ασκείται, θα φτάσουν στο απευκταίο σημείο να αμφισβητήσουν τελικά την αξία της ενοποίησης για την Ευρώπη. Τότε ξέρετε, θα είναι αργά για οποιδήποτε μέτρο, οποιαδήποτε σύνοδο, οποιαδήποτε “στήριξη”.

Νομίζω πως η Ευρώπη πρέπει να κάνει αυτό που όμορφα λέει ο Σαββόπουλος σ’ ένα τραγούδι του: “κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις, με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις”. Ακόμα πιο επιτακτικά ισχύει αυτό και για την χώρα μας: ή θα διαλέξουμε μόνοι μας την πλευρά με την οποία θα συνταχθούμε ή θα εγκλωβιστούμε αναπολώντας και θρηνώντας σχεδόν αυτιστικά για την εποχή της στρεβλής μας ευδαιμονίας.

Κι επειδή ήδη διακρίνεται ένα μεγάλο παγκόσμιο χωνευτήρι που ολοένα και περισσότερο θα ρίχνονται μέσα του τα “θέλω”, τα “πρέπει” και τα “μπορώ” των κοινωνιών, αυτό για το οποίο πρέπει ν’ αποφασίσουμε είναι κάτι πιο βαθύ: Θα πάμε ενωμένοι προσπαθώντας να διαμορφώσουμε αυτό το χωνευτήρι, ή ο καθένας χώρια κι αναπόφευκτα θα παραδόθουμε σ’ αυτό;

Καλές γιορτές σε όλο τον κόσμο…

Δημοσιεύτηκε στο VetoNews.gr στις 16.12.2011

Αποδόμηση

Την ώρα που γράφονται αυτές οι αράδες, το θέμα του προσώπου στο οποίο θα βρούμε τον επόμενο πρωθυπουργό, δεν έχει κλείσει. Η ονοματολογία δίνει και παίρνει, με επικρατέστερο όνομα να προβάλεται αυτό του κ. Λουκά Παπαδήμου. Μέσα σ’ όλα, απειλές που πότε αναφέρονται σε αναζήτηση διαδικασίας αποχώρησης μιας χώρας από το Ευρώ και πότε σε αυστηρές προειδοποιήσεις προς πάσα κατεύθυνση, όπως η τελευταία της κ. Μέρκελ, για ανάγκη 10ετούς Ευρωπαϊκής λιτότητας.

Πρόκειται για την πλήρη αποδόμηση του όποιου αξιακού συστήματος χρησιμοποιούσε το πολιτικό σύστημα για να λειτουργεί όλες τις τελευταίες δεκαετίες. Και εξηγούμαι.

Ο Γ. Παπανδρέου ουσιαστικά “πέφτει” από Πρωθυπουργός για να υλοποιηθεί τελικά μια συμφωνία την οποία εκείνος πρώτος απ΄όλους στήριξε.

Μάλιστα ανεξαρτήτως της τελικής έκβασης στο θέμα του νέου Πρωθυπουργού, σαν καλύτερη δυνατή λύση για την υλοποίηση αυτής της συμφωνίας, προκρίθηκε αρχικά ο Λ. Παπαδήμος, ένας άνθρωπος που ανοιχτά είχε διαφωνήσει με το περιεχόμενο της (το περίφημο πλέον “κούρεμα” κατα 50% του Ελληνικού χρέους) και είχε τοποθετηθεί εκ διαμέτρου αντίθετα.

Από την άλλη, ο Α. Σαμάρας δεν συμφωνεί αλλά ψηφίζει, δεν συγκυβερνά αλλά συναποφασίζει, δεν αναλαμβάνει αλλά καθορίζει, δεν θέλει να “πουλά” αλλά θέλει μόνο να “αγοράζει”.

Αν αυτό δεν είναι ένα σχήμα τουλάχιστον οξύμωρο (αν όχι παράλογο), τότε δεν ξέρω τί είναι. Αν αυτό δεν είναι η πλήρης αξιακή αποδόμηση και επιβεβαίωση των φόβων όλων μας πως το υπάρχον πολιτικό προσωπικό σε όλο του το φάσμα επιδιώκει την “καρέκλα” ως αυτοσκοπό κι όχι ως θέση κι εργαλείο άσκησης πολιτικής, τότε πάλι δεν ξέρω τί είναι. Η απόλυτη αντίφαση μεταξύ λεγομένων και πράξεων, η απόλυτη σπασμοδικότητα κινήσεων κι ένας ενστικτώδης και αφελής τυχοδιωκτισμός ένθεν κι ένθεν που θέτει σε κίνδυνο την ποιότητα ζωής τόσο της δικής μας γενιάς όσο και των επομένων.

Στρεβλώσεις και παραλογισμοί, προϊόντα ανέντιμων σχέσεων που είχαν οικοδομήσει κράτη με τους πολίτες τους (όπως η δική μας περίπτωση) αλλά και προϊόντα εμμονών και αγκυλώσεων μιας γηραιάς ηπείρου, με γερασμένα αντανακλαστικά. Ακόμα κι αν πρόκειται για τις ωδές ενός δύσκολου τοκετού, φοβάμαι μήπως και έρθει η μέρα που οι εμμονές και οι αγκυλώσεις αυτές θα φέρουν τους Ευρωπαϊκούς λαούς στο απευκταίο σημείο της αμφισβήτησης της ιδεολογικής ηγεμονίας του Ευρώ.

Tότε θα είναι αργά για οποιαδήποτε προειδοποίηση, οποιαδήποτε απειλή, οποιαδήποτε συναίνεση και οποιοδήποτε μέτρο.

Δημοσιεύτηκε στο VetoNews.gr στις 8.11.2011

“Ποιoς θα πάει τα κολοκύθια;”

Προσπαθώ να βάλω σε μια τάξη το μυαλό μου. Από χθες νιώθω την τηλεόραση του σαλονιού μου σαν μια χρονομηχανή, λες και με μια λάθος της εικόνα, μια λάθος φράση που θα ακουστεί κινδυνεύω να βρεθώ 40 ή 50 χρόνια πίσω. Νομίζω πως αυτό που αποσβωλομένοι παρακολουθούμε τις τελευταίες ώρες να συμβαίνει στην πολιτική σκηνή της χώρας, θα διδάσκεται στις σχολές προπονητικής στο μάθημα της στρατηγικής με τον τίτλο “1000 πράγματα που πρέπει να αποφύγετε”. Ας τα βάλουμε όμως σε μια σειρά.

Λίγες μέρες πριν, ο κ. Παπανδρέου πήγε στις Βρυξέλες να διαπραγματευτεί το περίφημο κούρεμα. Μέσα από διαπραγματεύσεις επί διαπραγματεύσεων και σε μια “μάχη” με τους τραπεζίτες που κράτησε μέχρι τα ξημερώματα, τελικά συμφωνήθηκε το σχέδιο για το Ελληνικό “κούρεμα”. Ο κ. Παπανδρέου ευχαρίστησε δημόσια τους εταίρους μας, δήλωσε πως επρόκειται για ένα μεγάλο βήμα για την Ευρώπη και επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο του να γυρίσει στην Ελλάδα.

Την επόμενη μέρα και μέσα από ένα διάγγελμα στον Ελληνικό λαό, μας εξήγησε πόσο σημαντική ήταν η επίτευξη της συμφωνίας του “κουρέματος”, πόσο χαρούμενοι έπρεπε να είμαστε που πλέον έχουμε απαλαγεί από ένα μεγάλο βάρος του παρελθόντος και πόσο μεγάλη είναι η ευκαιρία για να την οικονομία μας να ορθοποδήσει.

Αφού λοιπόν συμφώνησαν οι εταίροι μας, συμφώνησαν οι τράπεζες, συμφώνησε και ο ίδιος, ο κ. Παπανδρέου άλλαξε γνώμη. Πήγε στην κοινοβουλευτική ομάδα του ΠαΣοΚ και ανακοίνωσε πως θα γίνει δημοψήφισμα για την επικύρωση της συμφωνίας των Βρυξελών.

Άλλαξαν όμως γνώμη και οι εταίροι μας και του ζήτησαν να πάει μέχρι τις Κάννες για να του εξηγήσουν πως βαρέθηκαν να παίζουνε μαζί μας κι ότι άμα εμείς θέλουμε να συνεχίσουμε να παίζουμε να πάρουμε τα κουβαδάκια μας και να πάμε σε άλλη παραλία.

Ο κ. Παπανδρέου τότε ξανάλλαξε γνώμη και παίζοντας με τις ζωές μας, τις ζωές των παιδιών μας, τις ζωές των παιδιών των παιδιών μας και τα νεύρα των Ευρωπαίων εταίρων μας, άφησε να εννοηθεί πως τελικά το δημοψήφισμα θα έχει να κάνει με το αν θέλουμε να μείνουμε στο Ευρώ ή όχι.

Τότε άλλαξε γνώμη και ο κ. Σαμαράς, ο οποίος αν και μέχρι εκείνη την ώρα ήταν ανένδοτος τόσο στην σύναψη νέας δανειακής σύμβασης όσο και στο οποιοδήποτε σενάριο συνεργασίας κυβέρνησης-αντιπολίτευσης, ξαφνικά ανακάλυψε ότι και η νέα σύμβαση είναι απαραίτητη και οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας πρέπει να συνεργαστούν για να την βγάλουν από την κρίση.

Μετά ο κ. Παπανδρέου είπε “μπράβο” στον κ. Σαμαρά που άλλαξε γνώμη, αλλά ο κ. Σαμαράς του είπε πως δεν θέλει “μπράβο” αλλά θέλει να αφήσει την καρέκλα που κάθεται για να κάτσει μετά αυτός. Μάλλον αυτό είναι το πιο σημαντικό.

Από τότε παίζουμε την κολοκυθιά. “-Να πάω εγώ! -Όχι να πας εσύ! -Όχι να πάει η μάνα!”

Απορροφημένοι όμως στα παιχνιδάκια τους, ο κ. Παπανδρέου κι ο κ. Σαμαράς αλλά και το σύνολο του χαμηλότατης στάθμης πολιτικού προσωπικού της χώρας, δεν δείχνουν να καταλαβαίνουν κάτι. Η γενιά μας, οι προηγούμενες γενιές και οι επόμενες δέκα, θα είναι αμείλικτοι μαζί τους.

Η Ελλάδα κουράστηκε πολύ εδώ και δεκαετίες ολόκληρες για να αποτελεί κομμάτι της Δύσης. Με τα στραβά μας, με τα άσχημα μας φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Θα είναι τραγικό, μέσα από ένα καυγά “δύο γάιδάρων σε ξένο αχυρώνα” να κινδυνεύουμε να μας “δώσουν μία” και να μας στείλουν πίσω στην Ανατολή, πίσω εκεί απ’ όπου σε μια άλλη εποχή είχαμε ξεκινήσει.

Κι όταν σταματήσουν την κολοκυθιά να κάτσουμε και να ζυγίσουμε. Να καταλάβουμε πως δεν μπορούμε να ζητάμε ευρωπαϊκό νόμισμα χωρίς να έχουμε ευρωπαϊκή οικονομία. Να καταλάβουμε πως το αποτέλεσμα μόνο αλφαβητικά προηγείται της προσπάθειας. Να απαιτήσουμε από τους πολιτικούς μας σχηματισμούς αρχές και αξίες διαφορετικές, ίδιες για όλους,  και να χαράξουμε από την αρχή μια δομή για την οικονομία μας που θα παράγει αυτό που μπορεί. Να αλλάξουμε αυτά που λίγο πολύ όλοι καταλαβαίνουμε πως πρέπει να αλλάξουν, αυτά που λίγο πολύ όλοι καταλαβαίνουμε ότι δεν έχουν λογική. Απλά αυτή τη φορά πρέπει να το κάνουμε στα σοβαρά.

Δημοσιεύτηκε στο VetoNews.gr στις 4.11.2011

Χρειάζεται αρετή και τόλμη

Ο δημόσιος τομέας είναι όντως υπερδιογκωμένος στην Ελλάδα. Όχι τόσο λόγω του μεγάλου αριθμού δημοσίων υπαλλήλων που υπάρχουν στην χώρα (που αναλογικά δεν είναι τόσο μεγάλος συγκριτικά με άλλες χώρες) αλλά όσο λόγω της στρεβλής σχέσης μισθολογικού κόστους – παραγωγικής δυναμικής που έχει διαμορφωθεί. Μέχρι πρότινος, όντας μία χώρα με ΑΕΠ της τάξεως των 240 δις. ευρώ, ξοδεύαμε περίπου 65 από αυτά για την λειτουργία του κράτους. Υπερβολικό. Άξιζε όμως αυτό το κράτος τα 65 αυτά δις.;

Στην άλλη όψη του νομίσματος, πρόβλημα προκύπτει και από τα πολιτικάντικα τερτίπια του (εκάστοτε) κ. Βενιζέλου. Δεν νομίζω πως υπάρχει Έλληνας πολίτης (Δ.Υ. ή όχι) ο οποίος δεν θέλει να αλλάξουν τα κακώς κείμενα του δημόσιου τομέα. Το δημόσιο και η παραγωγική του δυναμική είναι υπόθεση που αφορά όλους μας και ως τέτοια πρέπει να λογίζεται.

Ο πραγματικός σκόπελος όμως στην εξεύρεση λύσης είναι άλλος κι έχει να κάνει με την …λαφυραγώγηση του δημοσίου που επιχειρεί ο κ. Βενιζέλος. Με διαρροές επί διαρροών για «μέτρα-σοκ», αναβολές επί αναβολών των όποιων αποφάσεων, φάσεις και αντιφάσεις μεταξύ εξαγγελιών και πραγματικών υποστάσεων των μέτρων, ο κ. Βενιζέλος έχει φέρει την χώρα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης.

Είναι τελείως διαφορετικό όμως το να προσπαθήσεις πραγματικά για τον εξορθολογισμό της λειτουργίας του κράτους, με το να επιχειρείς να το σύρεις σαν λάφυρο δείχνοντας σε όλους το «τέρας» που κατάφερες να σκοτώσεις. Το δεύτερο το κάνεις μόνος σου, το πρώτο αναγκαστικά θα το κάναμε όλοι μαζί.

Το πρόβλημα οξύνεται όταν η αντίληψη του, χωρίζεται σε 2 ταχύτητες από όλους τους δημοσιολογούντες. Πως αλλιώς να ερμηνευτεί ότι ενώ, σύμφωνα με στοιχεία του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, οι 500.000 εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα που έχασαν την δουλειά τους στο διάστημα των τελευταίων 18 μηνών, είναι απλά μια στατιστική, ενώ οι 30.000 δημόσιοι υπάλληλοι που θα βγουν σε εργασιακή εφεδρεία το 2011, είναι μια τραγωδία.

Δεν θέλω να φανταστώ τις αντιδράσεις του κ. Βενιζέλου και των φίλα προσκείμενων σε αυτόν βουλευτών, στην περίπτωση που την σημερινή τακτική του Υπουργείου Οικονομικών ακολουθούσε η προηγούμενη διοίκησή του. Μια τακτική που επιχειρεί να περάσει τα όποια μέτρα τρομοκρατώντας τον κόσμο, όχι εξηγώντας του με ειλικρίνεια την αναγκαιότητά τους.

Οι καταθέσεις κάνουν φτερά για το εξωτερικό, η κατανάλωση πέφτει ραγδαία και αδυνατώ να καταλάβω τί έχει στο μυαλό του ο προϊστάμενος και υπόλογος για τα δρώμενα των υπουργών του, κ. Παπανδρέου.

Θα ήταν πάντως, τελείως διαφορετικό το να μας εξηγηθούν με ειλικρίνεια και σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους η απόλυτη ένδεια είναι προ των πυλών της χώρας μας, με το να θεωρούμαστε από τον εκάστοτε Βενιζέλο, Σαμαρά, Παπανδρέου κ.α. απλά μία μάζα ανθρώπων που πρέπει να διαχειριστεί επικοινωνιακά με τα «εξυπνότερα» (;) πολιτικάντικα τρικ.

Προς το παρόν, αφήνουμε τους λίγους να φωνάζουν πολύ και του πολλούς να σιωπούν περιμένοντας το πολιτικό προσωπικό της χώρας να τους κάνει πραγματικό μέρος του προβληματισμού.

Μέχρι να γίνει όμως αυτό (και ΑΝ γίνει πριν να είναι πολύ αργά) θα πνιγόμαστε σε λυγμούς ανθρώπων που τους χώρισε η άνιση φορολογική μεταχείριση και θα είναι αδύνατον να κάνουμε την παραμικρή συνειδητή επιλογή ανάμεσα στον δρόμο του ρεαλισμού και αυτόν του λαϊκισμού.

Δημοσιεύτηκε στο VetoNews.gr στις 22.9.2011

Η πρόκληση για την αυτοδιοίκηση και το χωροταξικό για το Βελβεντό

Ακούγοντας προχθές κάποιος τον Βαγγέλη Βενιζέλο να δίνει ουσιαστικά το σύνθημα για πολιτική επανεκκίνηση του κυβερνητικού έργου, διαπίστωνε ένα κενό στη θεματολογία των εξαγγελιών. Αν κάτι επείγει για αναθεώρηση του σχεδιασμού του, τουλάχιστον για την περιφερειακή αναπτυξιακή δυναμική, είναι η άμεση αναθεώρηση του σχεδιασμού αρχιτεκτονικής της Τοπική Αυτοδιοίκησης. Του Καλλικράτη.

Τα προβλήματα που έχουν αναδειχθεί είναι πολλά, τόσο λειτουργικά όσο και διοικητικά, κι ο Καλλικράτης μοιάζει με παιδί που χρειάζεται όχι μόνο υπομονή για να μάθει να περπατάει, αλλά και βοήθεια στην αποφυγή κακοτοπιών.

Ο συνδυασμός των τεράστιων οικονομικών βαρών που πέφτουν στις πλάτες των ΟΤΑ με το αχανές του μεγέθους των δήμων να κάνει δυσκίνητες κι αναποτελεσματικές τις όποιες προσπάθειες, το μόνο που τελικά καταφέρνει είναι να παίρνει και το καρπούζι αλλά και το μαχαίρι από τα χέρια των δήμων, αφήνοντάς τους συγκεντρωμένα και συμπυκνωμένα όλα τα προβλήματα. Αυτά είναι τα μόνα που έμειναν αυτοδιοικητικά, οι λύσεις μοιάζουν ετεροδιοικητικές.

Σε ορισμένες περιπτώσεις τα προβλήματα αφορούν τόσο θεμελιώδη πράγματα, όπως και η ίδια η χωροταξία των δήμων. Στην περιοχή μας μάλιστα έχουμε το τρανταχτότερο ίσως, ανά την Ελλάδα παράδειγμα, την περίπτωση του Βελβεντού.

Ο εκεί Καποδιστριακός Δήμος συνδύαζε μία ισορροπημένη και σύμμετρη αναπτυξιακή πορεία, που σε συνδυασμό με μια χρηστή οικονομική διαχείριση λειτουργούσε αθροιστικά, χρόνο με το χρόνο, στην ποιότητα ζωής των δημοτών. Λαϊκές συνελεύσεις ουσίας και γνώση του συνεταιρίζειν, προδιέγραφαν μια προοπτική περισσότερο από ευοίωνη. Κάποιο λόγο θα είχε άλλωστε το υπουργικό συμβούλιο της 28ης Απριλίου του 2010 και ορθά αποφάσιζε για πέμπτο δήμο στο νομό μας. Δυστυχώς όμως οι αρτηριοσκληρωτικές λειτουργίες του Καλλικράτη, έβαλαν φρένο σε όλα αυτά, με λογικό επακόλουθο το ορθό και καθολικό αίτημα σύσσωμης της Βελβεντινής κοινωνίας για επαναφορά του Δήμου στα Καποδιστριακά του όρια.

Επιπλέον ατυχής συγκυρία όμως προς το παρόν, φαίνεται να μοιάζει και η στάση της Δημοτικής αρχής του Καλλικρατικού Δήμου Σερβίων-Βελβεντού. Όπως καταγγέλλεται, δείχνει απροθυμία συνεργασίας με την Βελβεντινή ΜΚΟ, παράδοξο, αν αναλογιστεί κανείς πως τα μέλη της ΜΚΟ, αριθμούν περίπου 100πλάσιο νούμερο από τις ψήφους που πήρε στο εν λόγω δημοτικό διαμέρισμα ο συνδυασμός που διοικεί τον νέο Δήμο. Δεν γνωρίζω για το τυπικό της υποχρέωσης συνεργασίας, το ηθικό όμως, είναι αδιαμφισβήτητο.

Το λογικό κι αναμενόμενο, δεδομένου της καθολικότητας του αιτήματος από πλευράς Βελβεντινών, θα ήταν η μεθόδευση ενός ψηφίσματος του Καλλικρατικού Δημοτικού Συμβουλίου που θα τασσόταν στο πλευρό του αιτήματος ολόκληρης της Βελβεντινής κοινωνίας. Προηγούμενο υπάρχει και μάλιστα πρόσφατο, μπορεί να το βρει κάποιος στο Δημοτικό Συμβούλιο Λέσβου (κάντε κλικ εδώ για σχετικά).

Σε αυτή τη λογική άλλωστε, βρίσκεται και μια ευκαιρία της νέα Δημοτικής Αρχής για μια βαθύτατα πολιτική πράξη, διαχωρίζοντας με ένα τέτοιο ψήφισμα την επιβολή από την κατανόηση (και συνεπαγωγικά συνεργασία), η οποία τελικά είναι και το ζητούμενο, έστω και βραχυχρόνια.

Η ελπίδα και συνάμα ευκαιρία, είναι ότι ο σημερινός καθ΄ύλην αρμόδιος για θέματα αυτοδιοίκησης, κ. Κουκουλόπουλος, είναι βαθύς γνώστης τόσο των αυτοδιοικητικών πραγμάτων, όσο και της αξίας της προσαρμογής των νομοθετημάτων σε μέτρα τέτοια που να εξυπηρετούν τις τοπικές κοινωνίες, όχι αντίστροφα. Αυτό από μόνο του, είναι πρόκληση.

Προσφέρεται λοιπόν στα πλαίσια του συνθήματος πολιτικής επανεκκίνησης του κυβερνητικού έργου, μια ευκαιρία για την αναθεώρηση τόσο της λογικής της ανά την Ελλάδα λειτουργία των ΟΤΑ, όσο και για το χωροταξικό μερικών περιπτώσεων που «κρατάνε», στην περίπτωση μας την είσοδο της Δυτ. Μακεδονίας (δλδ. την περιοχή Σερβίων-Βελβεντού), σε ανταγωνιστική και όχι σε συναγωνιστική αναπτυξιακή λογική.

Το είχα ξαναγράψει και θα το ξαναγράψω αν χρειαστεί: “Μόνο τα ντουβάρια δεν αλλάζουν” έλεγε η συγχωρεμένη η γιαγιά μου, και ντουβάρια δεν είμαστε. Η ιστορία τελικά, δεν γράφει με τόσο έντονα γράμματα πως ήταν η πορεία των πραγμάτων, όσο το ποια είναι τελικά η κατάληξή τους.

Δημοσιεύτηκε στο VetoNews.gr στις 8.9.2011

Τα πέντε νοσοκομεία και τα 40 κύματα

Περάσαμε 40 κύματα για να καταλήξουμε σε έναν νέο χάρτη υγείας στην περιφέρεια μας, ο οποίος λίγο-πολύ είναι αναπαραγωγή του παλιού. Πλασματικοί αριθμοί των κλινών, πέντε νοσοκομεία, πέντε διοικητικά συμβούλια, τέσσερις διοικητές. Κάπως έτσι πήγε περίπατο η ελπίδα γα ένα χάρτη υγείας όπου τα νοσοκομεία της περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας θα λειτουργούσαν συμπληρωματικά και αρθροιστικά στην αξιοπρεπή ιατρική περίθαλψη των Δυτικομακεδόνων.

Κι άντε, αν είσαι πρόεδρος της βουλής, υπουργός ή βουλευτής θα βρεθεί κάποιο C 130 να σε μεταφέρει στην Αθήνα σε πέριπτωση …πνευμονίας, αν πάλι όχι, εναποθέτεις τις ελπίδες σου στις φιλότιμες προσπάθειες του ιατρικού προσωπικού που απέμεινε να υποστελεχώνει τα νοσοκομεία μας.

Λίγο η άκρως πολιτικάντικη τακτική του κ. Λοβέρδου, λίγο η εμφανής αγωνία των βουλευτών μας να κρατήσουν και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο και λίγο ο τρόπος με τον οποίο οι τοπικοί φορείς ισοπεδωτικά λαϊκιζαν και εκβίαζαν συμπεράσματα, μας έφεραν τελικά στο σημείο να καταλήξούμε να ψάχνουμε λύση πλατσουρίζοντας σε ρηχά κι ακίνδυνα νερά, αποφέυγοντας εντέχνως την αναζήτηση μιας σοβαρής λύσης, προϊόν πολιτικής βαθυτέρων νερών.

Η Περιφερειακή διάσταση του χάρτη υγείας και η (όποια) Περιφερειακή συνείδηση πήγε …περίπατο στην υπόθεση των νοσοκομείων. Η αλα καρτ αποκέντρωση του κράτους θυσιάζει βλέπετε τους πάντες και τα πάντα στο βωμό εξυπηρετήσεων προς άδρα ψήφων. Η λογική που θα έλεγε μία Περιφερειακή Διοίκηση με ένα (one, uno, ein, un, 1) Διοικητικό Συμβούλιο για τα πέντε νοσοκομεία της περιφέρειας των 300.000 κατοίκων, φαίνεται ν’ αφήνει στην αίθουσα αναμονής των επειγόντων περιστατικών την σύμμετρη, συπληρωματική και αξιοπρεπής παροχή ιατρικής περίθαλψη για το σύνολο των Δυτικομακεδόνων.

Αλλού κλινικές χωρίς γιατρούς, αλλού γιατροί χωρίς κλινικές, νοσοκομεία που δεν κόβουν διακομιστήρια σε ασθενείς που διακομίζονται σε άλλα νοσοκομεία (για να φαίνεται στα χαρτιά ότι το δικό τους νοσοκομείο εξυπηρετεί τους περισσότερους). Μια στρεβλή δομή με νοσοκομεία που λειτούργουν ανταγωνιστικά μεταξύ τους και μια αγωνία για το που και πόσες θα είναι οι καρέκλες της όποιας διοίκησης, λες και αυτό έχει σημασία, όχι το επίπεδο παροχής τους δημοσίου αγαθού της ιατρικής περίθαλψης.

Το πολιτικό προσωπικό σε όλο του το φάσμα, από τον αρμόδιο υπουργό μέχρι τους δικούς μας τοπικούς φορείς, προφανώς δεν έχει συναίσθηση της βαρύτητας των πράξεων του και των αποφάσεων του, εμείς σαν πολίτες τρώμε το κουτόχορτο του τοπικισμού κι αδυνατούμε να δούμε πέρα από την μύτη μας, και παραμένουμε μια μεγάλη παρέα που θέλει διακαώς να γευθεί μια μεγάλη …”ομελέτα”, χωρίς όμως να είναι διατεθειμένη να “σπάσει αυγά”.

Δημοσιεύτηκε στο VetoNews.gr στις 26.8.2011

Το καμένο χαρτί της μεταπολίτευσης κι η τελευταία, ίσως, ευκαρία μας

Η ιστορία είναι σαν ένας δρόμος γεμάτος στροφές. Στροφές που όταν τις “παίρνεις” σωστά επιταχύνεις κι όταν άτσαλα σε “πετάνε” εκτός. Κάποιες φοράς προσπερνάς, κάποιες άλλες φορές σε προσπεράνε, μα τελικά καταλαβαίνεις πως οτιδήποτε αλλάζει, είναι καταδικασμένο κι αυτό με την σειρά του ν’ αλλάξει.

Η απερχόμενη γενιά, αυτή του Πολυτεχνείου, σπατάλησε ίσως την μεγαλύτερη ευκαιρία της νεότερης Ελλάδας. Σε μια περίοδο που το ζητούμενο ήταν η αλλαγή του πολιτεύματος και η δημιουργία νέων πολιτικών μορφωμάτων, αυτή η γενιά δεν κατάφερε να βάλει νέες βάσεις για δημιουργία κομμάτων αρχών.

Κατέληξε σε μια στρεβλή μορφή πολιτικών σχηματισμών, με πιο σύγχρονο προφίλ μεν αλλά αντίστοιχων των προ-δικτατορίας παλαιοκομματικών καθεστώτων, τα οποία είχαν διαιωνήσει όλη αυτή την πελατειακή σχέση, η οποία (αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς) είχε ως ένα σημείο, σαν αποτέλεσμα το να φτάσουμε και στη χούντα.

Ενσωματώθηκε μέσα στο σύστημα, το αναπαρήγαγε σε μια πιο σύγχρονη μορφή του και τελικά κι αυτή η γενιά, επέμεινε με τη σειρά της στο ίδιο στρεβλό πολιτικό σύστημα που σήμερα έχει καταλήξει σε αυτή την άθλια μορφή που όλοι ξέρουμε και όλοι θέλουμε να αλλάξουμε.

Η ιστορία ξέρετε, αναθέτει σε κάθε γενιά ένα “ρόλο” κι η αλήθεια είναι πως προόριζε μεγάλο ρόλο για την γενιά της μεταπολίτευσης, εκείνη όμως προτίμησε να υποδηθεί έναν μικρότερο και βολικότερο ρόλο από αυτόν που της ανέθεσε η ιστορία.

Με φόντο την λάμψη του αγώνα κατά της δικτατορίας, και ιεροποιόντας σχεδόν τον εαυτό της, σχεδόν λογικά προέκυψε σαν αγαπημένη της συνήθεια η μετάθεση ευθυνών για οτιδηποτέ κακό, συνήθεια που έχει διαχυθεί σε όλα τα στρώμματα του Ελληνικού κοινωνικού ιστού, μια ασύμμετρη διάχυση ευθυνών.

“Πάντα κάποιοι άλλοι φταίνε, εμείς είμαστε μόνο θύματα.” Όμως κι αυτή η λάμψη του αλάθητου που δίνει μερικές φορές η ιστορία δεν μπορεί να είναι αρκετή για πάντα, έχει κι αυτή τα όρια της, έχει τον κύκλο της.

Το ότι η γενιά της μεταπολίτευσης είναι η γενιά που όντως τόλμησε να αντισταθεί και όντως αγωνίστηκε, κάνει αυτήν την εξέλιξη ακόμα πιο ωδυνηρή.

Βέβαια δεν μπορούμε να πούμε πως αφήνει πίσω της καμμένη γη, θα είναι υπερβολή. Έδωσε μια αναγκαία αίσθηση ελευθερίας η περίοδο της μεταπολίτευσης που μακροσκοπικά ωφέλησε την ελληνική κοινωνία, της έδωσε πολύτιμη αυτοπεποίθηση (ορισμένες φορές βέβαια υπερβολική, στα όρια της έπαρσης).

Είναι ξεκάθαρο όμως ότι από την εποχή των ηρώων του Πολυτεχνείου, διακρίνεται η ανάγκη για πέρασμα στην εποχή των μαζών και των απλών ανθρώπων της, ας μου επιτραπεί ο όρος, νεα-πολίτευσης.

Αυτό που λείπει, κι αυτό που πρέπει να παράξει η σημερινή γενιά, είναι η συνείδηση. Η συνείδηση ενός κοινωνικού ιστού που τα προηγούμενα χρόνια χάθηκε στο όνομα των μεγάλων ιδεών και στις δοξασίες των ηρώων εκείνης της γενιάς. Δοξασίες χτισμένες πάνω σ’ ένα υπερτροφικό “εγώ” που τραυμάτισαν βαθιά τη σχέση μεταξύ της πολιτείας και του πολίτη, σχέση που αν δεν αποκατασταθεί το συντομότερο δυνατόν θα μας βάλει σε επικίνδυνα μονοπάτια.

Καλούμαστε να συνθέσουμε ξανά αυτή την χώρα λοιπόν, κι ίσως να είναι μια ευκαιρία να βγούμε από την νοοτροπία που λέει πως πρέπει να βρούμε κάποιον άλλο να μας κάνει την δουλειά μας. Όταν μπεις στην πραγματική δράση άλλωστε, στην δημιουργία, όταν αφιερώσεις χρόνο και δώσεις χώρο στα πράγματα, σε οδηγεί στο να στο να σταματήσεις με το να ψάχνεις να βρεις άλλους τρόπους να τα φέρεις εις πέρας, να ψάχνεις να βρεις αποδιοπομπιαίους τράγους και ανθρώπους που θα αναλαμβάνουν για ‘σένα να φέρουν εις πέρας την ζωή σου.

Δεν έχουμε την πολυτέλεια να σπαταλήσουμε αυτή την ευκαιρία, τρομάζω όταν διακρίνω στο πίσω μέρος του μυαλού πολλών (τόσο από τον ευρύ κοινωνικό ιστό όσο και από διάφορες δυνάμεις του πολιτικού μας συστήματος) την αγωνία για το πως θα ξεπεράσουμε την κρίση για να γυρίσουμε πάλι πίσω σε αυτό το μεταπολιτευτικό μοντέλο της στρεβλής ευδαιμονίας που για χρόνια είχαμε.

Γι’ αυτό θέλει προσοχή και συναίσθηση της κοινωνικής ευθύνης απ’ όλους μας. Ο Ελληνικός κοινωνικός ιστός ξέρετε, είναι μια μάζα με ιστορικά αποδεδειγμένα έντονο πολιτικό αισθητήριο, αντιδρά πολιτικά στις κρίσιμες ιστορικά στιγμές, πότε για καλό πότε για κακό, πότε αντιστεκόμενο και πότε αλληλοσπαρασόμενο, η τελική έκβαση όμως της ιστορικής κατάληξης των ημερών μας, είναι μια υπόθεση που βαραίνει όλους μας.

Δημοσιεύτηκε στο VetoNews.gr στις 14.7.2011

“Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος”

Πλατεία Συντάγματος 29.6.2011

“Είναι Μαρία -δε θέλω να λέω ψέματα- δύσκολοι καιροί.

Και θάρθουνε κι άλλοι.

Δεν ξέρω -μην περιμένεις και από μένα πολλά-

τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω

κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω μόνο:

“Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος”.

Θα την αλλάξουμε τη ζωή.

Παρ’ όλα αυτά Μαρία.”

Κατερίνα Γώγου

Τρία κλικ αριστερά

Continue Reading

Τα όρια της Δημοκρατίας και το αυγό του φιδιού

Όποιος παρακολούθησε χθες όλη την επικαιρότητα, από το σημείο που θεωρούνταν σχεδόν σίγουρη μια κυβέρνηση εθνικής συνεργασίας, μέχρι το σημείο που διαψευδόταν κάτι τέτοιο δια στόματος του ίδιου του πρωθυπουργού, καταλάβαινε πως υπήρχαν κάποια σημεία που δεν «έδεναν» μεταξύ τους. Κάποια στιγμή μάλιστα, κουβεντιάζοντας με κάποιους φίλους στο facebook, σκεφτήκαμε πως τελικά μάλλον κάτι τέτοιο δύσκολα θα γίνει, κι όντως.

Κατ’ αρχήν να ξεκινήσουμε από τα βασικά. Θα ήταν στο όρια της συνταγματικής εκτροπής, μία πολιτική απόφαση, έστω και σε κορυφαίο επίπεδο, η οποία θα «φορούσε καπέλο» στο λαό μια κυβέρνηση που ποτέ δεν εξέλεξε. Φλερτάρουμε με τα όρια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας σε τέτοιες περιπτώσεις, και όσες φορές το επιχειρήσαμε αυτό στο παρελθόν, τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά για την χώρα. Εν συνεχεία υπάρχουν τόσο ηθικά όσο και πρακτικά ζητήματα.

Ξέρετε, σε ένα πολιτικό σύστημα, ο ρόλος της ύπαρξης αντιπολίτευσης είναι πολύ σοβαρός. Λειτουργεί σαν ασφαλιστική δικλείδα προκειμένου να εξασφαλίζεται μία μίνιμουμ εύρυθμη λειτουργία των θεσμών, και εδώ έγκειται το ηθικό ζήτημα: ποιος θα έπαιρνε αυτό το ρόλο σε μια περίπτωση διακομματικής κυβέρνησης, πόσο μάλλον σε μια κυβέρνηση με μηδενική επίδραση της κοινωνίας πάνω της (εφόσον δεν προέκυψε από λαϊκή εντολή, αλλά ήταν απλά διορισμένη);

Δεν ξέρω ποιος θα ωφελούταν από την δημιουργία μιας τέτοιας κυβέρνησης την οποία ουσιαστικά θα βάζαμε στο απυρόβλητο και δεν θα είχαμε καμία παρεμβατικότητα πάνω της, αλλά αν κρίνουμε από το ποιοι πολιτικοί, ποια μέσα και ποιοι δημοσιογράφοι εμφανίστηκαν σαν ένθερμοι υποστηρικτές μιας τέτοιας ιδέας, μπορούμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα.

Το πρακτικό κομμάτι μιας τέτοιας απόφασης σκοντάφτει πάνω στο ίδιο το Σύνταγμα, σύμφωνα με το οποίο η μόνη απόφαση που είχε να πάρει ο όποιος πρωθυπουργός σε μια τέτοια περίπτωση είναι το αν θα παραιτηθεί ή όχι. Είναι στα χέρια του Προέδρου της Δημοκρατίας μετά να αποφασίσει ή όχι έναν σχηματισμό νέας κυβέρνησης και με ποια σύνθεση.

Δεν αμφισβητώ βέβαια, πως σε πολλές των περιπτώσεων η εθνική συνεργασία κρίνεται απαραίτητη και πιθανόν μπροστά μας να έχουμε μία από αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να είναι όμως μία εξέλιξη που θα προκύπτει από λαϊκή εντολή, κι όχι απλά μια απόφαση των πολιτικών αρχηγών.

Ίσως θα μπορούσαμε να κινηθούμε στο ίδιο μήκος κύματος που κινήθηκε η Πορτογαλία: Γραπτά οι θέσεις όλων των κομμάτων για το πως επακριβώς τοποθετούνται σχετικά με τις πολιτικές που ζητά η Ε.Ε. και το αν συναινούν (ή όχι) στους όρους των εταίρων μας εφόσον κρίνουν (ή όχι) απαραίτητα τα λεφτά του μεσοπροθέσμου (τα οποία κατα την ταπεινή μου άποψη, τα έχει ανάγκη η χώρα).

Όπως και να έχει, το τέλος της ημέρας, μας βρήκε στη δίνη μια «μπλόφας», με κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση να προσπαθούν να «τριπλάρουν» ο ένας τον άλλο και δύο βασικά συμπεράσματα: Το ένα (και το πιο σημαντικό) είναι ότι πλεόν στο σημείο που έφτασε το πράγμα και με τους τριγμούς που έχουν προκληθεί, μόνη λύση μπορεί να είναι οι εκλογές και η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, ενώ το άλλο συμπέρασμα είναι πως Παπανδρέου και Σαμαράς με τις επιλογές που έκαναν κατάφεραν να ξοδέψουν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ένα πολύ μεγάλο μέρος του πολιτικού κεφαλαίου που τους είχε απομείνει.

Πάντως αν και δεν μπορούμε να ξέρουμε το αν η «μπλόφα» ήταν ηθελημένη ή προέκυψε από τα γεγονότα, φαντάζομαι πως εκτός των άλλων, τα σημερινά συμβάντα θα μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν σαν δυνατό διαπραγματευτικό χαρτί την Κυριακή στις Βρυξέλες. Ας μην το ξεχνάμε αυτό.

Επειδή όμως το βάρος στις κρίσιμες πολιτικές στιγμές είναι σαν μια τούρτα γενεθλίων, που παίρνουν όλοι από ένα κουτάλι και τρώνε από αυτή. Έτσι πρέπει όλοι να κοιτάξουμε και την δική μας στάση. Είναι τελείως διαφορετικό και απόλυτα θεμιτό μέσα από μία συνθήματολογία να ζητάμε δικαιοσύνη, ισονομία, καλύτερο κράτος, πιο αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα, καλύτερες πολιτικές και καλύτερο αύριο για τον τόπο μας, και τελείως διαφορετικό να ζητάμε «να καεί το μπουρδέλο η βουλή».

Το πρώτο είναι ένας τρόπος για το δικό μας λιθαράκι, στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, προκειμένου να ασκήσουμε κι εμείς πολιτική επιρροή προς αυτό που θεωρούμε καλύτερο. Είναι κι αυτό ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της δημοκρατικής διαδικασίας. Το δεύτερο όμως, ακόμα κι αν αντηχεί στα στόμματα εκατοντάδων χιλιάδων, είναι μια άλλη όψη φασίζουσων αντιλήψεων, που όσο διαφορετικά και να πλασάρεται, εκκολάπτει το ίδιο αυγό του φιδιού που εκκολάπτει και οποιαδήποτε άλλη φασίζουσα αντίληψη.

Δημοσιεύτηκε στο VetoNews.gr στις 16.6.2011